Η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να επηρεάσει διαφορετικούς ασθενείς με πολύ διαφορετικό τρόπο - τα επηρεαζόμενα μέρη της καρδιάς, τα συμπτώματα που προκύπτουν και η χρονική πορεία της εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας μπορεί να ποικίλλουν κατά πολύ. Για τον λόγο αυτό, χρησιμοποιούνται ξεχωριστοί ιατρικοί όροι για την ακριβή περιγραφή των διαφορετικών τύπων καρδιακής ανεπάρκειας. Είν’αι πολύ σημαντικό να καθορίσετε τον τύπο και την αιτία της καρδιακής ανεπάρκειας, διότι αυτά θα καθορίσουν τη θεραπεία. Η ακριβής διάγνωση μπορεί να είναι δύσκολη, καθώς τα συμπτώματα μπορεί να είναι παρόμοια, για παράδειγμα, όλα τα είδη καρδιακής ανεπάρκειας προκαλούν δύσπνοια, κόπωση και κάποιο βαθμό συμφόρησης, συνήθως στους πνεύμονες αλλά και σε άλλα μέρη του σώματος όπως το ήπαρ, τα έντερα, τους νεφρούς και τα κάτω άκρα.

Η οξεία καρδιακή ανεπάρκεια παρουσιάζεται ξαφνικά και τα συμπτώματα είναι αρχικά σοβαρά. Η οξεία καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να είναι συνέπεια καρδιακής προσβολής, η οποία έχει προκαλέσει βλάβη σε μια περιοχή της καρδιάς σας. Μπορεί επίσης να προκληθεί από μια ξαφνική αδυναμία του σώματος να αντισταθμίσει τη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια. Εάν εμφανίσετε οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, μπορεί να είναι σοβαρή αρχικά, αλλά μπορεί να διαρκέσει για μικρό χρονικό διάστημα και να βελτιωθεί γρήγορα. Συνήθως απαιτείται θεραπεία και φαρμακευτική αγωγή με ένεση (ενδοφλεβίως).

Η χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια είναι πολύ συχνή. Τα συμπτώματα εμφανίζονται αργά με την πάροδο του χρόνου και σταδιακά επιδεινώνονται.

Εάν τα συμπτώματα, όπως η δυσκολία στην αναπνοή, χειροτερεύουν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα σε έναν ασθενή με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, αυτή ονομάζεται οξεία μη αντιρροπούμενη. Αυτά τα επεισόδια πρέπει συχνά να αντιμετωπίζονται στο νοσοκομείο και πρέπει συνεπώς να αποφεύγονται. Το Heartfailurematters.org μπορεί να σας βοηθήσει να αποφύγετε τις νοσηλείες.

Λάβετε υπόψη ότι η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να προκληθεί ή να επιδεινωθεί λόγω ακανόνιστου καρδιακού ρυθμού ή γρήγορου καρδιακού ρυθμού, επειδή αυτό εμποδίζει την σωστή πλήρωση των κοιλιών. Είν’αι σημαντικό να εντοπιστούν τέτοιοι παράγοντες ενεργοποίησης προκειμένου να αντιμετωπιστούν και να αποφευχθούν στο μέλλον.

Η αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια σημαίνει ότι μειώνεται η ισχύς του αριστερού καρδιακού θαλάμου, ο οποίος αντλεί αίμα σε όλο το σώμα. Έτσι, ο αριστερός θάλαμος πρέπει να δουλέψει πιο έντονα για να αντλήσει την ίδια ποσότητα αίματος.

Υπάρχουν δύο τύποι αριστερής καρδιακής ανεπάρκειας:

  • Συστολική ανεπάρκεια: Ο αριστερός θάλαμος δεν έχει επαρκή δύναμη για να ωθήσει αρκετό αίμα σε κυκλοφορία.
  • Διαστολική ανεπάρκεια: Ο αριστερός θάλαμος αδυνατεί να χαλαρώσει κανονικά επειδή ο μυς έχει γίνει πιο άκαμπτος και η πλήρωση είναι μειωμένη.

Ο όρος κλάσμα εξώθησης χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη δύναμη και την ικανότητα των θαλάμων να εκκενώνονται με κάθε παλμό. Μπορεί να μετρηθεί με πολλούς τρόπους, αλλά συνήθως με ηχοκαρδιογράφημα. Εάν μειωθεί η αντλητική ικανότητα του κύριου θαλάμου άντλησης, αναφέ’ρεται συχνά ως HFrEF ή Καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης. Εάν το πρωταρχικό πρόβλημα είναι η ανώμαλη χαλάρωση κατά τη διάρκεια της διαστολής, η οποία παρεμποδίζει την πλήρωση, συχνά χρησιμοποιείται ο όρος HFpEF, ή Καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης. Υπάρχει συχνά επικάλυψη μεταξύ αυτών των συνθηκών τόσο με μειωμένη εκκένωση όσο και με μειωμένη πλήρωση.

Στη δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια παρουσιάζει πρόβλημα ο δεξιός θάλαμος άντλησης ή κοιλία, που διοχετεύει αίμα στους πνεύμονες. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε μυϊκούς τραυματισμούς, όπως καρδιακή προσβολή εντοπισμένη στη δεξιά κοιλία, βλάβη στις βαλβίδες στη δεξιά πλευρά της καρδιάς ή σε αυξημένη πίεση στους πνεύμονες.

Ωστόσο, η καρδιακή ανεπάρκεια επηρεάζει συχνά και τις δύο πλευρές της καρδιάς και τότε ονομάζεται αμφικοιλιακή καρδιακή ανεπάρκεια.