Ποια είναι η δράση τους

Οι ανταγωνιστές υποδοχέων αλδοστερόνης αποκλείουν τις επιδράσεις μιας ορμόνης που παράγεται φυσιολογικά από τα επινεφρίδια και η οποία μπορεί να επιδεινώσει την καρδιακή ανεπάρκεια. Οι ανταγωνιστές υποδοχέων αλδοστερόνης επηρεάζουν την ισορροπία του νερού και των αλάτων που μεταφέρονται στα ούρα σας και έχουν ασθενή διουρητική δράση. Βοηθούν στη μείωση της αρτηριακής πίεσης, περιορίζουν τη συμφόρηση και, συνεπώς, προστατεύουν την καρδιά.

Οι ανταγωνιστές υποδοχέων αλδοστερόνης έχει αποδειχθεί ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικοί στην προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια και συχνά λαμβάνονται μαζί με άλλα φάρμακα για την καρδιακή ανεπάρκεια.

Παρενέργειες 

Οι ανταγωνιστές υποδοχέων αλδοστερόνης μπορούν μερικές φορές να επηρεάσουν τη λειτουργία των νεφρών, καθώς και να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για τους ασθενείς που χρησιμοποιούν επίσης αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (αΜΕΑ) ή ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης (ARBs). Ο γιατρός σας θα παρακολουθεί τη νεφρική σας λειτουργία και τις τιμές του καλίου σας με τακτικές εξετάσεις αίματος. 

Σπανίως, οι ανταγωνιστές υποδοχέων αλδοστερόνης μπορούν να προκαλέσουν μεγέθυνση ή ευαισθησία των μαστών, ιδιαίτερα στους άντρες. Τα νεότερα φάρμακα δεν έχουν αυτήν την επίδραση.

Γνωστά και ως:

  • Σπειρονολακτόνη 
    (Aldactone®)
  • Επλερενόνη 
    (Inspra®)
  • Συνδυαστικά προϊόντα
    (Aldactide®, Lasilactone®)

Επιστροφή στην ενότητα «Φάρμακα για την καρδιακή ανεπάρκεια»